Στη δική μας ιδιοτέλεια, ανευθυνότητα και αναξιοπιστία οφείλεται η επιλογή και η εκλογή ανεπαρκών ατόμων στις δημόσιες θέσεις, εκεί οπου λαμβάνονται οι σημαντικότερες αποφάσεις και ασκείται η κρατική εξουσία προς όφελος του συνόλου,

Βασίλης Βιλιάρδος
Η ΑΞΙΟΠΙΣΤΙΑ ΤΗΣ ΕΚΛΟΓΙΚΗΣ ΨΗΦΟΥ: Αποφασίζουμε υπεύθυνα για το μέλλον της χώρας μας, γνωρίζοντας ότι συνδέεται άμεσα τόσο με το δικό μας, όσο και με το μέλλον των παιδιών μας;
Σύμφωνα με τον αμερικανό πρόεδρο Ομπάμα, δεν είναι οι ψηφοφόροι αυτοί που επιλέγουν τους εκάστοτε πολιτικούς που θα τους κυβερνήσουν αλλά, αντίθετα, οι πολιτικοί επιλέγουν τους ψηφοφόρους τους! Μία δεύτερη διαπίστωση του είναι το ότι, ο κυριότερος παράγοντας επικράτησης στις εκλογές δεν είναι τα προτερήματα, αλλά η αναγνωρισημότητα του υποψηφίου – την οποία πλέον εξασφαλίζει σχεδόν εξ ολοκλήρου με τη βοήθεια των μέσων μαζικής ενημέρωσης. Μία επόμενη είναι πως η άσκηση της εξουσίας δεν στηρίζεται τόσο στους νόμους (Σύνταγμα, Χάρτης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων κλπ) που έχουν θεσπισθεί για να υπερασπίζουν τους πολλούς από τους λίγους, αλλά στις πάσης φύσεως «διαδικασίες», οι οποίες έχουν καθιερωθεί μάλλον για να προστατεύουν τους λίγους από τους πολλούς.
Με βάση λοιπόν τα παραπάνω, το μεγάλο ερώτημα που προκύπτει στην εποχή μας είναι το πώς θα επαναφέρουμε την «τάξη» στην πολιτική – πως θα επιλέγουμε δηλαδή εμείς τους πολιτικούς μας (θεωρώντας δεδομένη την αντιπροσωπευτική δημοκρατία μας), πως θα διασφαλίσουμε την επικράτηση των ικανοτέρων και πως θα καταφέρουμε να λειτουργήσουν ξανά οι νόμοι, χωρίς να εμποδίζονται από τις «διαδικασίες». Εάν το επιτύχουμε, τότε θα εξουδετερώσουμε εντελώς τον πλέον θανατηφόρο «ιό» της εποχής μας – τη διαφθορά, η οποία οφείλεται κυρίως στην ανεπάρκεια, την έλλειψη δηλαδή ικανοτήτων και δεξιοτήτων αυτών που καλούνται να προσφέρουν στα κοινά, χωρίς να έχουν τα απαραίτητα ή έστω τα κατάλληλα, για τις θέσεις που στελεχώνουν, εφόδια.
Βέβαια, σε τελική ανάλυση, τόσο η επιλογή, όσο και η εκλογή ανεπαρκών ατόμων στις δημόσιες θέσεις, εκεί δηλαδή που λαμβάνονται οι σημαντικότερες αποφάσεις και ασκείται η κρατική εξουσία προς όφελος του συνόλου, οφείλεται στη δική μας ιδιοτέλεια και στη δική μας ανευθυνότητα – στην αναξιοπιστία επομένως της εκλογικής μας ψήφου. Κανείς δεν «διαφθείρεται», όταν ο ίδιος δεν πιστεύει στη διαφθορά, όπως και κανείς δεν εξαπατάται, εάν είναι ειλικρινής και δεν θέλει να εξαπατήσει. Δυστυχώς, αυτό που συνήθως καθορίζει τέτοιου είδους συμπεριφορές δεν είναι η ηθική, αλλά ο φόβος: με αποτέλεσμα, αυτοί που φοβούνται λιγότερο να επιδίδονται συχνότερα σε πράξεις απάτης και διαφθοράς – με τους υπόλοιπους να διαμαρτύρονται όχι τόσο από ηθική, αλλά από συναισθήματα φθόνου.
Εμβαθύνοντας στα παραπάνω νοήματα, διαπιστώνουμε κατ’ αρχήν πως, παρά το ότι έχουν αλλάξει εντελώς οι συνθήκες στις σύγχρονες κοινωνίες, ο τρόπος που λειτουργούμε κατά την επιλογή αυτών που θα μας διοικήσουν παραμένει στατικός – οπότε σταθερά αναχρονιστικός. Το βασικότερο κριτήριο μας συνεχίζει να είναι η πολιτική κατεύθυνση του εκάστοτε κόμματος, στο φάσμα που επεκτείνεται από τα «δεξιά» στα «αριστερά», με κέντρο βάρους τον καπιταλισμό από τη μια πλευρά (την «ιδιωτική πρωτοβουλία», το σύστημα δηλαδή που πρεσβεύει πως ότι είναι καλύτερο για το άτομο, είναι καλύτερο και για τα σύνολο) και τον κομμουνισμό από την άλλη (τον «κρατισμό», την εντελώς αντίθετη κοινωνική οργάνωση δηλαδή που πιστεύει ότι, μόνο αυτό που είναι καλό για το σύνολο εξυπηρετεί το άτομο, το οποίο δεν επιλέγει πλέον αυτό τον τρόπο που δραστηριοποιείται μέσα στον παραγωγικό μηχανισμό, αλλά ακολουθεί τις οδηγίες της κρατικής εξουσίας).
Όμως, τόσο το ένα σύστημα, όσο και το άλλο, εάν δε έχουν εντελώς αποτύχει, έχουν τουλάχιστον «διαβρωθεί» κατά την «αμιγή» εφαρμογή της θεωρίας στην πράξη – κατά κάποιον τρόπο, τα «ύστερα» ελαττώματα τους κυριάρχησαν στα αρχικά προτερήματα. Ο μεν «καθαρός» καπιταλισμός, με αφετηρία την ιδιωτική πρωτοβουλία, «εκτρέπεται» τελικά σε μία μονοπωλιακή, επεκτατική και απολυταρχική «δυσλειτουργία», υποτάσσοντας την πλειοψηφία στους λίγους (τα άτομα στις πολυεθνικές που, λόγω μεγέθους, ελάχιστα διαφέρουν από το «δημόσιο» - τα ελεύθερα κράτη στο εκάστοτε ισχυρότερο), ο δε «ορθόδοξος» κομμουνισμός, με αφετηρία την κρατική εξουσία, εξουδετερώνει εντελώς την ατομική πρωτοβουλία, υποτάσσοντας και αυτός με τη σειρά του την πλειοψηφία στους λίγους (τα άτομα στον «μονοπωλιακό» κρατικό μηχανισμό, τα αδύναμα κράτη στα ισχυρότερα).
Εκ των πραγμάτων λοιπόν, το κοινωνικό σύστημα που φαίνεται ότι εξασφαλίζει την ελευθερία του ατόμου διαχρονικά, τη μη υποταγή δηλαδή της πλειοψηφίας στους λίγους και τη μη υποδούλωση των αδύναμων κρατών στα ισχυρά, καθώς επίσης τη συνολική πρόοδο, είναι ουσιαστικά ο «άριστος» συνδυασμός των δύο παλαιοτέρων – ο μέσος δρόμος.
Σε γενικές γραμμές, η κοινωνική αυτή οργάνωση απαιτεί «οριοθέτηση» τόσο της δημόσιας, όσο της ιδιωτικής πρωτοβουλίας (για παράδειγμα, περιορισμό του μεγέθους των επιχειρήσεων, έτσι ώστε να μην εμποδίζεται ο ανταγωνισμός ή η ανάπτυξη της μικρομεσαίας επιχείρησης και να μην αποτελούν «συστημικό» κίνδυνο), με στόχο την εξασφάλιση όλων των πλεονεκτημάτων που απορρέουν από την αμφίδρομη πλέον λειτουργία της έννοιας: «Ότι είναι καλύτερο για το άτομο, είναι καλύτερο για το σύνολο και ότι είναι καλύτερο για το σύνολο, είναι καλύτερο για το άτομο».
Στην πραγματικότητα, αυτόν ακριβώς το «μέσο δρόμο» προσπαθεί να εφαρμόσει στην πράξη ο «κοινωνικός καπιταλισμός» στην προηγμένη Ευρώπη, η οποία έχει βιώσει, άμεσα ή έμμεσα, και τους δύο προηγουμένους δρόμους, «ωριμάζοντας» μέσα από αυτούς. Επομένως, το κριτήριο της πολιτικής κατεύθυνσης έχει πάψει πια να έχει ουσιαστικό νόημα, όσον αφορά την επιλογή αυτών που θα διοικήσουν το κράτος. Ποιο είναι όμως το νέο κριτήριο, με βάση το οποίο καλούμαστε πλέον να επιλέξουμε αυτούς που θα μας διοικήσουν;
Κατά την άποψη μας, το σημαντικότερο κριτήριο επιλογής του κόμματος που θα κληθεί να διοικήσει μία χώρα, δεν είναι άλλο από την επάρκεια και την ποιότητα των στελεχών του (αποδεδειγμένες ικανότητες, δεξιότητες, εμπειρία κλπ), ανάλογες με τη «διοικητική» θέση που θα καλύψουν. Για παράδειγμα, το κόμμα θα πρέπει να έχει στις τάξεις του τουλάχιστον δύο υποψήφιους για το Υπουργείο Υγείας οι οποίοι, εκτός από άριστες ιατρικές σπουδές, οφείλουν να έχουν οικονομικές, διαχειριστικές, αλλά και αρκετές νομικές γνώσεις – πριν από όλα φυσικά, να αγαπούν, καθώς επίσης να σέβονται τεκμηριωμένα τη χώρα τους και το λειτούργημα τους. Αντίστοιχα και όσον αφορά τις κρατικές επιχειρήσεις, το κόμμα θα πρέπει να διαθέτει τουλάχιστον δύο υποψήφιους γενικούς διευθυντές για τη ΔΕΗ (τον ΟΣΕ κλπ) οι οποίοι, εκτός από μηχανικοί, οφείλουν να είναι έμπειροι managers, με πλούσιες γνώσεις, διεθνή εμπειρία και γνωριμίες ανά τον κόσμο.
Επομένως, το σύνηθες πρόγραμμα διακυβέρνησης που επεξεργάζονται για να μας στείλουν προεκλογικά τα κόμματα, είναι απολύτως απαραίτητο να συμπληρωθεί με ένα Οργανόγραμμα, το οποίο θα περιέχει τα ονόματα (βιογραφικά, περιουσιακή κατάσταση) αυτών που προορίζονται να στελεχώσουν τα Υπουργεία, τις μεγάλες Δημόσιες εταιρείες (ΔΕΗ, ΟΣΕ, ΟΠΑΠ κλπ), καθώς επίσης τους κοινωφελείς Οργανισμούς (ΙΚΑ κλπ). Η παλαιότερη «διαδικασία», σύμφωνα με την οποία καλούμαστε να επιλέξουμε μόνο τον Πρωθυπουργό και τους Βουλευτές ενός κόμματος, αφήνοντας στην διάθεση του το «διορισμό» όλων των υπολοίπων δημοσίων λειτουργών, είναι κατά την άποψη μας μάλλον αναχρονιστική, αν όχι εντελώς ανεπαρκής για την ορθολογική λειτουργία του απαιτητικού σημερινού κράτους, στα πλαίσια του κοινωνικού καπιταλισμού (για τον απολυταρχικό και το μονοπωλιακό καπιταλισμό ισχύουν προφανώς άλλοι κανόνες).
Εκείνο το κόμμα λοιπόν που θα μπορέσει να μας πείσει τεκμηριωμένα, με το οργανόγραμμα του δηλαδή, ότι διαθέτει τα άτομα που θα μπορέσουν να στελεχώσουν τον κρατικό μηχανισμό (Πρωθυπουργός, Κυβέρνηση, Βουλή, Κρατικές επιχειρήσεις, Κοινωφελείς οργανισμοί κλπ), χωρίς υπερμεγέθη ιδιοτέλεια και με τις σημερινές αυξημένες απαιτήσεις του, εφαρμόζοντας πιστά το πρόγραμμα διακυβέρνησης που το ίδιο εξαγγέλλει προεκλογικά, αξίζει και μόνο την ψήφο μας – αρκεί φυσικά να μας εξασφαλίζει ταυτόχρονα τον έλεγχο των πεπραγμένων του.
Ξεκινώντας από το τελευταίο πιστεύουμε ότι, εάν ένα πολιτικό κόμμα δεν μας εξασφαλίζει τον αντικειμενικό έλεγχο των πεπραγμένων του (για παράδειγμα, μέσω μίας «ικανής» σε μέγεθος επιτροπής πολιτών υπό τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, οι οποίοι θα εκλέγονται τυχαία με κλήρο), δεν είναι σε καμία περίπτωση αξιόπιστο και δεν αξίζει καθόλου την ψήφο μας.
Κατ’ επέκταση, εκείνος ο πολιτικός ηγέτης που δεν νομοθετεί ο ίδιος συστήματα ελέγχου των αποφάσεων και των ενεργειών του από τους πολίτες της χώρας του (επικαλούμενος ίσως τον έλεγχο εκ μέρους των μέσων μαζικής ενημέρωσης, πολλά από τα οποία όμως έχουν ανταλλάξει προ πολλού την αντικειμενικότητα με την ιδιοτέλεια), είναι αδύνατον να πείσει ποτέ για την αξιοπιστία του – την πρόθεση του τουλάχιστον για πλήρη διαφάνεια, εντός ενός απολύτως σαφούς θεσμικού πλαισίου. Είναι άλλωστε σε όλους μας γνωστό (πόσο μάλλον στους πολιτικούς ηγέτες) ότι, τόσο η έλλειψη πλαισίου και κανόνων, όσο και η ασάφεια των νόμων (πολυνομία κλπ), ενισχύουν συνειδητά, εκ μέρους των πολιτικών, τις «διαδικασίες» και ευθύνονται, σχεδόν εξ ίσου με την ανεπάρκεια, για τη διαφθορά.
Για την περίπτωση τώρα που δεν έχουμε στη διάθεση μας σωστές «κυβερνητικές» επιλογές, είναι εντελώς ανεύθυνο να ψηφίζουμε «τυχαία» ή «κατ’ ανάγκη». Εμείς τουλάχιστον προτείνουμε τη λευκή ψήφο, η οποία επικυρώνει τη θέληση μας να ψηφίσουμε, κατοχυρώνοντας ταυτόχρονα τη διαμαρτυρία μας (θεωρούμε δηλαδή «αναξιόπιστη» την αποχή από τις εκλογές, αφού δεν μεταφέρει κανενός είδους «μηνύματα»).
Για «επικύρωση» της άποψης μας, όταν ένας ιερέας ενήργησε κάποια στιγμή ενάντια σε αυτά που δίδασκε, οι πολίτες της ενορίας του πήγαν κανονικά την Κυριακή στην εκκλησία (δεν απείχαν). Όταν όμως η λειτουργία τελείωσε και ο ιερέας ανέβηκε στον άμβωνα για να εκφωνήσει το καθιερωμένο κήρυγμα, όλοι μαζί οι πολίτες εγκατέλειψαν την εκκλησία, σέρνοντας ταυτόχρονα τα βήματα τους στο έδαφος. Με αυτόν τον ευφυή τρόπο υποδήλωσαν όχι μόνο διπλά τη διαμαρτυρία τους, αλλά και το σεβασμό τους στην εκκλησία (μεταφορικά στη χώρα μας, την οποία πρέπει να σεβόμαστε και να υπηρετούμε, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι οφείλουμε να ακολουθούμε τυχόν ανεύθυνους ηγέτες – κρίνοντας φυσικά από τις πράξεις τους και όχι από τα λόγια).
Επίσης δεν είναι αξιόπιστο ένα κόμμα που δεν εφαρμόζει επακριβώς, με συνέπεια δηλαδή, το πρόγραμμα διακυβέρνησης που το ίδιο έχει εξαγγείλει και με το οποίο επηρέασε την επιλογή μας (ουσιαστικά θα μας αρκούσε μία σελίδα με τα έσοδα, τα έξοδα αναλυτικά και τους ρεαλιστικούς στόχους καλυτέρευσης – αριστοποίησης τους δηλαδή προς όφελος του συνόλου). Ειδικά δε όσον αφορά τα διάφορα «οικονομικά μεγέθη» του προγράμματος (προϋπολογισμός, κατώτατες αμοιβές, φορολόγηση κλπ), θεωρούμε ανεύθυνο το οποιοδήποτε κόμμα δεν τα συνδέει με το ΑΕΠ – το προϊόν δηλαδή που παράγουμε όλοι μας, για να αμειβόμαστε ανάλογα όλοι μας. Εάν μία χώρα δεν προσφέρει διαφανή, λογικά και μετρήσιμα κίνητρα στους πολίτες της, είναι αδύνατον να περιμένει ουσιαστική ανάπτυξη και πρόοδο.
Ειδικά σε σχέση με τα φορολογικά έσοδα, θεωρούμε αυτονόητο το συνεχή στόχο μείωσης τους – φορολογική συνείδηση άλλωστε δεν πρέπει να έχουν μόνο οι πολίτες αλλά, κυρίως, οι «δημόσιοι λειτουργοί», έτσι ώστε να εξισορροπούνται ο απαιτήσεις με τις υποχρεώσεις. Άλλωστε, κανείς δεν προσφέρει ηθελημένα τα χρήματα του, χωρίς να έχει τη δυνατότητα να ελέγχει τη χρήση τους και χωρίς να προσμένει την κατά κάποιον τρόπο επιστροφή τους – έστω μέσω των έργων κοινής ωφελείας που λειτουργούν προς την κατεύθυνση της αναδιανομής εισοδημάτων (δημόσια νοσοκομεία, δωρεάν ιατρική περίθαλψη, σχολεία κλπ).
Τα έσοδα ενός κράτους δεν προέρχονται μόνο από τη φορολογία, αλλά από τις επιχειρήσεις του (ακριβώς γι αυτό δεν πρέπει να τις πουλάει – με εξαίρεση ίσως τις ζημιογόνες που είναι αδύνατον να επανέλθουν στην κερδοφορία), από τις υποδομές του (λιμάνια, δρόμοι κλπ), από την περιουσία του (ενοίκια κλπ), καθώς επίσης από την σωστή διαχείριση των υπολοίπων πόρων του (διαθέσιμα κλπ). Εάν λοιπόν ο κρατικός μηχανισμός είναι σωστά στελεχωμένος και το κράτος διαθέτει επιτυχημένες δημόσιες επιχειρήσεις (σε έναν πραγματικά κοινωνικό καπιταλισμό, όλες οι υπερμεγέθεις επιχειρήσεις που πρέπει να είναι τέτοιες για να είναι διεθνώς ανταγωνιστικές, οφείλουν να είναι κρατικές), καθώς επίσης σωστές υποδομές, έχει τη δυνατότητα να αυξάνει συνεχώς τα έσοδα του, μειώνοντας την επιβάρυνση (φορολογία) ή μεγεθύνοντας την ευημερία (υψηλότερες κοινωνικές παροχές) των πολιτών του.
Όταν δεν το κάνει, όταν δηλαδή όχι μόνο δεν συνδέει το ύψος της φορολογίας με το ΑΕΠ, αλλά και δεν επιδιώκει τη μείωση της μέσω την αύξησης των υπολοίπων εσόδων του ή της μείωσης των δαπανών του, είναι αδύνατον ποτέ να εξασφαλίσει την ευμάρεια των πολιτών του – οι οποίοι μόνο και μόνο για το λόγο αυτό εκλέγουν κάθε φορά την κεντρική διοίκηση τους, περιορίζοντας συνειδητά τις ελευθερίες τους.
Περαιτέρω είμαστε της άποψης ότι, η συγκεκριμένη επιτροπή πολιτών υπό τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας που αναφέραμε παραπάνω, η οποία θα επιβλέπει και θα ελέγχει τα έργα και τις αποφάσεις της εκτελεστικής εξουσίας (Κυβέρνηση, managers κρατικών εταιριών, διοικητές κοινωφελών οργανισμών κλπ), οφείλει ταυτόχρονα να εκδικάζει και να «τιμωρεί» τη δημόσια διαφθορά, όπου και όταν αυτή παρουσιάζεται.
Για να μην «ποινικοποιηθεί» όμως ο δημόσιος βίος, όπως συνήθως ισχυρίζονται διάφοροι πολιτικοί (ότι και αν εννοούν με αυτό), αρκεί σε όλους εμάς τους υπόλοιπους απλά και μόνο να εξορίζονται οι ένοχοι, στερούμενοι τα πολιτικά τους δικαιώματα, έτσι ώστε να πάψουν να αποτελούν «πρότυπο» για τους νέους ανθρώπους και να μην μας επιβαρύνουν πλέον με την παρουσία τους. Άλλωστε, το όποιο ποσόν χρημάτων έχουν αποσπάσει, τιμολογώντας τη διαφθορά τους και εξαργυρώνοντας τις συνειδήσεις τους, είναι ουσιαστικά αμελητέο για τα δημόσια οικονομικά μίας χώρας – αυτό που στην πραγματικότητα κοστίζει δυσανάλογα, είναι το «αντικίνητρο» που δημιουργεί η παραμονή τους στην εξουσία (ή στους ασφαλείς «κόλπους» της), σε όλους σχεδόν τους έντιμους πολίτες της χώρας τους.
Πιθανολογούμε ότι ένα μεγάλο μέρος της ματαιοδοξίας (αυτοπροβολή κλπ), την οποία θεωρούμε σαν ένα από τα μεγαλύτερα ίσως ελαττώματα της εποχής μας, οφείλεται ακριβώς σε εκείνους τους ανθρώπους οι οποίοι, αντί να μετανιώνουν για τις άδικες, ιδιοτελείς πράξεις τους, υπερηφανεύονται για τις δημόσιες θέσεις και τα άνομα ή μη αποκτήματα τους, διαβρώνοντας, διαφθείροντας και καταστρέφοντας δυστυχώς την όποια κοινωνική συνοχή.
Ολοκληρώνοντας, εμείς πιστεύουμε ότι η παρούσα παγκόσμια οικονομική κρίση, η οποία ευρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη και θα διαρκέσει πολύ περισσότερο από όσο φανταζόμαστε (θα αναφερθούμε αργότερα στα μακροοικονομικά και μικροοικονομικά αίτια της, τα οποία συνεχίζουν να υφίστανται ως είχαν), αποτελεί μία πολύ μεγάλη ευκαιρία για τη χώρα μας. Με τις μεγάλες «δυτικές» οικονομίες του πλανήτη να ευρίσκονται σε ελεύθερη πτώση, έχουμε μία μοναδική δυνατότητα να εκμεταλλευτούμε στο έπακρο τον πλούτο της φύσης μας, τις εξαιρετικές ικανότητες του λαού μας και τα διδάγματα της ιστορίας μας, τα οποία πρέπει γρήγορα να ανασύρουμε από τους λάκκους της σκλαβιάς αιώνων.
Όσο οι δυτικές «οικονομίες» κάνουν βήματα προς τα πίσω, ενώ οι Ασιατικές και λοιπές «αναπτυσσόμενες» χώρες προσπαθούν να βρουν το βηματισμό τους, έχουμε τη δυνατότητα και το χρόνο να γυρίσουμε νοερά πίσω στην Ιστορία μας, θέτοντας εκ νέου τα θεμέλια της εξέλιξης μας. Εκ των πραγμάτων δηλαδή, μας προσφέρεται δωρεάν ο χρόνος να βιώσουμε με γρήγορους ρυθμούς τη δική μας Αναγέννηση και το δικό μας Διαφωτισμό – σβήνοντας το Μεσαίωνα που για τη χώρα μας διήρκεσε πολύ περισσότερους αιώνες, καθώς επίσης όλα όσα μας στέρησε η σύγχρονη ιστορία μας. Ίσως, εάν τελικά καταφέρουμε να ζήσουμε τις περιόδους εξέλιξης των δυτικών χωρών όχι μόνο σαν Έλληνες, αλλά σαν Ευρωπαίοι και Παγκόσμιοι Πολίτες, το αποτέλεσμα να είναι κατά πολύ ανώτερο από αυτό που πέτυχαν όλα τα υπόλοιπα ανεπτυγμένα κράτη – προς όφελος δικό μας και δικό τους.
Από την άλλη πλευρά, γνωρίζοντας ότι αυτό που διαφοροποιεί τον άνθρωπο από ολόκληρη την υπόλοιπη φύση είναι η αθροιστική συνέχεια (ο κάθε επόμενος είναι το «τυχαίο» σύνολο των προηγουμένων, συν ο εαυτός του), η κληρονομική εξέλιξη δηλαδή (αφού αυτή είναι η διαφορά του, αυτός θα είναι και ο προορισμός του), πιθανότατα αρκεί να φύγουμε από τα καθιερωμένα, για να μπορέσουμε να βαδίσουμε «εξελισσόμενοι» με σιγουριά στο μέλλον.
Βασίλης Βιλιάρδος
viliardos@kbanalysis.com
Ο Β. Βιλιάρδος είναι οικονομολόγος, πτυχιούχος της ΑΣΟΕΕ Αθηνών, με μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Αμβούργου