Χάσμα γενεών:μύθος ή πραγματικότητα

Ιουλίου 31, 2008

Δεν ξέρω γιατί, αλλά ποτέ δεν μπόρεσα να καταλάβω τους γονείς μου. Δεν κατάλαβα γιατί είχαν τα όνειρα που είχαν για εμένα, γιατί δεν είχαν κάτι άλλο στο μυαλό τους, γιατί αγχώνονταν με τις αποτυχίες μου ή ακόμη, γιατί δεν τους έφτανε η κάθε επιτυχία που κατάφερνα…

Και θαρρώ πως δεν είναι μόνο δικές μου αυτές οι απορίες… Πιστεύω πως παρόμοιες έχετε κι εσείς. Και πάει λέγοντας…

Το να είσαι γονιός σημαίνει πως έχεις την ευθύνη να μεγαλώσεις και να πλάσεις έναν άνθρωπο με σάρκα, οστά και χαρακτήρα. Και φυσικά, να του εμφυσήσεις και δικά σου στοιχεία, έτσι “τιμής ένεκεν”. Η διαφορά είναι πως η συνήθεια αυτή (η ανατροφή και εκπαίδευση του παιδιού) επί 18-20 χρόνια είναι πολύ ισχυρή για να σταματήσει επειδή σταμάτησε ο σκοπός της.

Κι εκεί έρχονται τα πρώτα προβλήματα. Αρχίζει η γκρίνια, οι ενοχές περί “αχαριστίας”, οι τύψεις κι οι ανασφάλειες που δημιουργούνται από ερωτήματα όπως: “κι εγώ που χαράμισα τα νιάτα μου για να σε μεγαλώσω, τώρα φεύγεις;”.

Ξέρω πως ίσως ακούγονται όλα αυτά άσχημα ή περίεργα, αλλά δεν έχω σκοπό να θίξω κανένα ή να προσβάλω τον θεσμό της οικογένειας ή των γονιών. Το αντίθετο μάλιστα. Απλά εκφράζω την προσωπική μου άποψη για ένα θέμα καίριο.

Από την πλευρά των γονιών, είναι άσχημο να μεγαλώνεις ένα παιδί και αυτό να “αφήνει” την φωλιά που του φτιάξατε για δική του (που “ποτέ δεν θα είναι ισάξια με την πρώτη”), να προτιμάει ξένες αγκαλιές από των γονιών του (οι άλλες είναι πάντα “ύπουλες και κακές”, ενώ της οικογένειας πάντα αληθινές), να έρχεται αραιά και που στο πατρικό του (μα, καλά πού έμπλεξε το παιδί?) και οι φίλοι του να είναι πάντα “κακή επιρροή” για αυτό.

Από την πλευρά των παιδιών, οι γονείς είναι καλοί, αλλά “κολλάνε” άσχημα σε κάποια πράγματα, δεν αποδέχονται το περιβάλλον τους ή τις αποφάσεις τους εύκολα, πολλές φορές πάνε να επιβάλλουν τα δικά τους και δύσκολα παραδέχονται τα λάθη τους. Και έτσι, βρίσκονται υπό συνεχή καταπίεση, άρνηση και δυσαρέσκεια για το πατρικό τους περιβάλλον. Νιώθουν ότι δεν τα καταλαβαίνουν και ότι δεν τους έχουν εμπιστοσύνη.

Και δημιουργείται ένα χάσμα ανάμεσα στο παρελθόν και στο παρόν/ μέλλον.

Ποιος έχει δίκιο και ποιος άδικο?

Σπάνια έχω δει οικογένειες που να είναι αγαπημένες και μονιασμένες με τα μεγάλα τους παιδιά. Και να τα αποδέχονται για ό,τι είναι/ έχουν καταφέρει και έχουν στην ζωή τους.

Καμιά φορά αναρωτιέμαι, άραγε όταν γίνω κι εγώ γονιός, θα κάνω τα ίδια όπως οι γονείς μου και οι γονείς τους? Θα έχω κι εγώ το αίσθημα της ιδιοκτησίας στα παιδιά μου? Ή θα καταφέρω να τα αφήσω να “πετάξουν” με τις “ευλογίες” μου? Μήπως αυτή η “κακιά συνήθεια” είναι κληρονομικό γονίδιο που περνά από γενιά σε γενιά? Κι αν ναι, γιατί ελάχιστοι καταφέρνουν να γλιτώσουν?

Αγαπώ την οικογένειά μου. Όπως και όλοι όσοι νιώθουν το ίδιο με εμένα (νομίζω). Απλά, θα ήθελα να με άφηναν να πετάξω ελεύθερη και με την σιγουριά ότι με θα στηρίζουν σε κάθε στραβοπάτημα, κι όχι να πάνε να μου τα κόψουν για να μην πέσω ποτέ. Η υπερπροστατευτικότητα και το να ζεις σε “γυάλα” δεν σε κάνει ασφαλή απαραίτητα και προπαντώς, σε γεμίζει ανασφάλειες και κενά.

Η ζωή είναι για να την ζεις κι όχι να την βλέπεις να περνά αμέτοχος.

Μακάρι να μπορέσουμε να την ζούμε όλες οι γενιές μονιασμένες και όχι με ανταγωνισμό.

Συγγραφέας: Εφουλίνα


Εποχή με μεγάλες προσδοκίες

Ιουλίου 31, 2008

Καλοκαιράκι: μια εποχή με μεγάλες προσδοκίες και βαρύγδουπες δηλώσεις.

Όλοι μας λέμε ότι το καλοκαίρι να χαλαρώσουμε, θα κάνουμε διακοπές, θα είμαστε σε φόρμα, θα ζήσουμε τον απόλυτο έρωτα (αν είμαστε αδέσμευτοι) ή θα αναζωπυρώσουμε την φλόγα του πάθους μας για τον/ την σύντροφο μας (αν είμαστε δεσμευμένοι), θα ανακαλύψουμε καινούργιους προορισμούς, θα γελάσουμε με την καρδιά μας, θα δούμε τους φίλους που δεν είχαμε χρόνο να δούμε τον χειμώνα λόγω υποχρεώσεων, θα φορέσουμε σέξι ρούχα χωρίς να κρυώνουμε, θα πιούμε μέχρι να μεθύσουμε στην παραλία χωρίς να μας περιμένει δουλειά αύριο κλπ κλπ.

Προσωπικά, το καλοκαίρι μού αρέσει γιατί είναι η μοναδική εποχή που μου θυμίζει παιδική ανεμελιά, υγεία, χαλάρωση με απλούς τρόπους (είτε ταξίδια για απόδραση στην εξοχή, είτε τρώγοντας καρπούζι έξω στην βεράντα με καλή παρέα και μουσική). Και ο ανεμιστήρας να φυσάει το αδύναμο αεράκι για να μας δροσίζει…

Σαν παιδί πέρναγα τα καλοκαίρια στην εξοχή, με την οικογένεια (γονείς κι αδερφή), σε ένα σπιτάκι που είχαμε για διακοπές. Θυμάμαι κάθε μεσημέρι φοράγαμε τα μαγιό μας, γεμίζαμε κάτι πλαστικές (τότε δεν ήταν της μόδας τα οικολογικά προϊόντα :-) ) τεράστιες – από τον ώμο μέχρι τους γοφούς – πολύχρωμες τσάντες με πετσέτες/ αντηλιακά/ γυαλιά/ ραδιοφωνάκι και πηγαίναμε παραλία. Εκεί στάνταρ κάτι θα γινόταν που είτε θα ήταν αστείο (πχ ένα σκυλάκι να “εκτονώνεται” στην θαλάσσια μπάλα κάποιου και τα ενοχλητικά επιφωνήματα “ωχ..φύγε…μούργο”) είτε εκνευριστικό (πχ υποψήφιος ψαροτουφεκάς στο μισό μέτρο που θα έμοιαζε με κομάντος ενάντια στους ανυποψίαστους λουόμενους- Μα σοβαρά τώρα, τί θα μπορούσε να βρει στο μισό μέτρο εκτός από τα βατραχοπέδιλά του και τα ποδάρια μας;) . Ο δε μπαμπάς είχε γίνει μπλε-μαρέν προσπαθώντας να φουσκώσει με το στόμα του το θαλάσσιο στρώμα που μας δώσανε δώρο από το σούπερ-μάρκετ… δεν ξέραμε πως ήθελε τρόμπα :-) .

Τις πρώτες ημέρες γινόμασταν ερυθρόδερμοι… και αδειάζαμε το μπακάλικο από γιαούρτια και ντομάτες για…ανακούφιση. Μετά, με το τέλος των διακοπών γυρίζαμε στην πόλη “μαύροι”. Τί τροπικό μαύρισμα και βλακείες… εμείς ήμασταν αποθέωση!!

Κατά τον Αύγουστο ερχόντουσαν τροχόσπιτα από Ιταλία, με τουρίστες που άραζαν στην παραλία. Κι εκεί έπεφτε μπόλικο “οφθαλμόλουτρο”. Κάποιοι Ιταλοί ήταν λες και βγήκαν από περιοδικό: ηλιοκαμένοι, αποτριχωμένοι, να γυαλίζουν από λάδι και γυμνασμένο μέχρι και το μικρό τους δαχτυλάκι. Αυτό που χάλαγε όλη την εικόνα ήταν … η χοντρή χρυσή αλυσίδα στο λαιμό και τα δαχτυλίδια κοτρόνες στα χέρια….

Γυρνώντας από το μπάνιο, τρώγαμε και μετά κοιμόμασταν μέχρι το απόγευμα. Εν τω μεταξύ, τα τζιτζίκια είχαν ξελαρυγγιαστεί έξω…Όπερα είχαμε κάθε ημέρα! Το απόγευμα περπατάγαμε στην παραλία και τρώγαμε φρουτοσαλάτες και το βράδυ έπεφταν ατέρμονες συζητήσεις στην κούνια (η μάνα μου είχε όνειρο ετών να αγοράσει μια μεγάλη κούνια για το εξοχικό) για τα πάντα… από κουτσομπολιά για διασήμους μέχρι το πώς ξέρουμε ότι υπάρχει Θεός.

Και μετά από τις διακοπές 2 μηνών με την ίδια καθημερινότητα, ξανά πίσω στην πόλη… στα σχολεία… στο διάβασμα…

Τώρα που μεγάλωσα κι ενηλικιώθηκα, οι διακοπές μου άλλαξαν. Δεν πηγαίνω πλέον στο χωριό και κατά βάση δεν είναι πλέον μόνο οικογενειακές οι διακοπές μου. Τώρα δεν υπάρχει η “πολυτέλεια” των 2 μηνών διακοπών. Αλλά νιώθω πλήρης που είμαι με τον άνθρωπο που έχω επιλέξει δίπλα μου, και διακοπές για εμένα είναι ο ελεύθερος χρόνος που “ξεκλέβουμε” για να κάνουμε μια βόλτα, να φάμε έξω, να κάνουμε εκπλήξεις ο ένας στον άλλον και να βγάλουμε φωτογραφίες σε ωραία μέρη. Χαίρομαι που έζησα ωραίες καλοκαιρινές διακοπές σαν παιδί και ακόμη πιο πολύ,που χόρτασα την θάλασσα που τόσο αγαπώ… Τώρα χορταίνω τον ωκεανό αγάπης της δικής μου αγάπης, και η ζωή μου μαζί της είναι πάντα διακοπές…

Σε αγαπώ, αγάπη μου. Καλό καλοκαίρι σε όλους.

Συγγραφέας άρθρου: Εφουλίνα

ΟΜΟΡΦΙΑ: τύχη ή στόχος

Ιουλίου 31, 2008

Τελευταία βλέπω και διαβάζω συνέχεια θέματα/ ντοκιμαντέρ για την επίκτητη ομορφιά, για πλαστικές επεμβάσεις που κάνουν γυναίκες και άνδρες (ακόμη και έφηβοι) με σκοπό να αγγίξουν το τέλειο… ιδανικές αναλογίες, ιδανικά χαρακτηριστικά, ιδανική ομορφιά.

Και φυσικά δεν αναφέρομαι σε άτομα που έχουν προβλήματα υγείας (πχ. εγκαύματα, δυσμορφίες κλπ) και αναγκαστικά μπαίνουν στο χειρουργικό κρεββάτι. Αλλά σε όλους όσους είναι “φυσιολογικοί”.

Άνθρωποι μεροκαματιάρηδες κάνουν οικονομίες μιας ζωής για να κάνουν πλαστικές επεμβάσεις και να γίνουν επιθυμητοί, όμορφοι, εντυπωσιακοί. Έφηβοι (κορίτσια και αγόρια) πείθουν γονείς να τους κάνουν ως δώρο αποφοίτησης ή ως επιβράβευση για τις καλές επιδόσεις τους στο σχολείο πλαστικές επεμβάσεις σε στήθος/ μύτη/ ζυγωματικά/ λιποαναρροφήσεις κλπ. Πλούσιοι που κυνηγούν να αιχμαλωτίσουν την νιότη με επεμβάσεις και μικροχειρουργικές επεμβάσεις και ακριβά φάρμακα. Πολλοί άνθρωποι από ποικίλα κοινωνικά στρώματα κυνηγούν την εμφανισιακή, την σαρκική τελειότητα… χωρίς να υπολογίζουν τον πόνο, τις ψυχολογικές επιπτώσεις των επεμβάσεων αυτών, την ταλαιπωρία… ακόμα και τα κοντινά τους άτομα που αλλιώς τους γνωρίσανε και αγαπήσανε κι αλλιώς τους βλέπουν μετά.

Και δεν είμαι εναντίον της επιστήμης, της εξέλιξης…προς Θεού. Απλά, αναρωτιέμαι γιατί τέτοιο ανήλεο κυνήγι σε κάτι τόσο εφήμερο… Ξαφνικά, γυρίσαμε στην εποχή του “φαίνεσθαι”. Δεν έχει σημασία τί είσαι, τί νιώθεις, ποια είναι η προσωπικότητά σου, τί έχεις να προσφέρεις στην γενιά σου και στον κόσμο. Σημασία έχει να είσαι τέλειος και να σε ζηλεύουν όλοι, να κερδίζεις τις εντυπώσεις, να ξεχωρίζεις, να είσαι μοναδικός!

Βάλαμε στην άκρη τις ηθικές αξίες, τα πιστεύω μας, σταματήσαμε να καλλιεργούμε τον χαρακτήρα μας, την ψυχή μας, το πνεύμα μας… Σταματήσαμε να αγαπάμε το άϋλο, λατρέψαμε το υλικό, το απτό, το σαρκικό. Κρίνουμε αβέρτα ανθρώπους με βάση το πώς δείχνουν, βάζουμε “Χ” στους “μη όμορφους” και το ίδιο κάνουν και σε εμάς οι άλλοι. Το αποτέλεσμα: πολλές ανασφάλειες, πολλή μοναξιά, γκετοποίηση ανάλογα με τα χαρακτηριστικά σου, πολλή κριτική για το τίποτα. Επενδύσαμε πολλά στην όραση και αφήσαμε τις άλλες αισθήσεις να αδρανήσουν.

Μα η ζωή δεν έχει αξία και “γεύση” και ενδιαφέρον αν όλα είναι τέλεια: Ο χρόνος δεν ασχημαίνει τους ανθρώπους, αλλά τους εξελίσσει και γράφει την ιστορία μας πάνω μας… Η φύση δεν δίνει σε όλους την ίδια ομορφιά, για τον ένα και μοναδικό λόγο: για να ΞΕΧΩΡΙΖΟΥΜΕ.

Πρέπει να φροντίζουμε τον εαυτό μας και να τον αγαπάμε γι’ αυτό που είναι, να καλλιεργούμε την προσωπικότητά μας και να σταματήσουμε να εγκλωβιζόμαστε μόνοι μας στο “ασανσέρ της ματαιοδοξίας”. Η ομορφιά βρίσκεται μέσα μας και γύρω μας, αρκεί να την ψηλαφίσουμε και να την εξερευνήσουμε με όλες μας τις αισθήσεις. Δεν βρίσκεται στην τελειότητα (η οποία κάποια στιγμή χάνει την λάμψη της και καταντά βαρετή). Είμαστε άνθρωποι, δεν ζούμε για πάντα μέσα από το σώμα μας αλλά μέσα από τα έργα μας και μέσα από αυτά που αφήνουμε πίσω μας στις επόμενες γενεές.

Ας αφήσουμε ένα κόσμο καθαρό, ελεύθερο από προκαταλήψεις και κάθε είδους περιορισμούς, ένα κόσμο απλό και αγνό. Όπου η ευτυχία και η μοίρα του καθένα δεν θα καθορίζεται από “προδιαγραφές”…

Συγγραφέας άρθρου: Εφουλίνα.

MAMA MIA

Ιουλίου 23, 2008

Το κείμενο που ακολουθεί λέγεται πως είναι μια πραγματική ιστορία που εκτυλίχθηκε σε μια περιοχή στη Γαλλία. Αφιερώστε πέντε λεπτά από τον χρόνο σας και διαβάστε το με προσοχή.

Η γυναίκα μου μού πρότεινε να βγω με άλλη γυναίκα.

‘Γνωρίζεις πολύ καλά πως την αγαπάς’ μου είπε μια μέρα ξαφνιάζοντάς με.
‘Η ζωή είναι πολύ σύντομη, αφιέρωσέ της χρόνο.’

‘Μα εγώ ΕΣΕΝΑ αγαπώ’ της είπα έντονα.
‘Το ξέρω. Εξίσου όμως αγαπάς κι εκείνη.’

Η άλλη γυναίκα, την οποία η γυναίκα μου ήθελε να επισκεφθώ, ήταν η μητέρα μου, χήρα εδώ και χρόνια. Όμως οι απαιτήσεις της δουλειάς και των παιδιών, με ανάγκαζαν να την επισκέπτομαι αραιά και που.

Εκείνο το βράδυ της τηλεφώνησα και την προσκάλεσα έξω σε δείπνο και μετά για κινηματογράφο.

‘Τι συμβαίνει; Είσαι καλά;’ με ρώτησε.

Η μητέρα μου είναι από τους ανθρώπους που εκλαμβάνει ένα νυχτερινό τηλεφώνημα ή μια αναπάντεχη πρόσκληση ως αρχή κακών μαντάτων.

‘Νόμιζα πως θα ήταν καλή ιδέα να περνούσαμε λίγο χρόνο μαζί’ της απάντησα. ‘Οι δυο μας μόνοι. Τί λες;’

Σκέφθηκε λιγάκι και απάντησε: ‘Θα το ήθελα πολύ.’

Εκείνη την Παρασκευή, καθώς οδηγούσα μετά το γραφείο για να πάω να την πάρω, αισθανόμουν περίεργα. Ήταν ο εκνευρισμός που προηγείται ενός ραντεβού Και, πώς τα φέρνει η ζωή, όταν έφθασα στο σπίτι της παρατήρησα πως και η ίδια ήταν φοβερά συγκινημένη!

Με περίμενε στην πόρτα φορώντας το παλιό καλό παλτό της, είχε περιποιηθεί τα μαλλιά της και ήταν ντυμένη με το φόρεμα με το οποίο είχε γιορτάσει την τελευταία επέτειο του γάμου της. Το πρόσωπό της χαμογελούσε, ακτινοβολούσε φως όπως το πρόσωπο ενός αγγέλου.

‘Είπα στις φίλες μου ότι θα βγω με το γιο μου και όλες τους συγκινήθηκαν’ μου είπε καθώς έμπαινε στο αυτοκίνητό μου. ‘Δεν μπορούν να περιμένουν μέχρι αύριο για να μάθουν τα πάντα για τη βραδινή έξοδό μας.’

Πήγαμε σε ένα εστιατόριο -όχι από τα καλά- αλλά με ζεστή ατμόσφαιρα. Η μητέρα μου με έπιασε από το μπράτσο σαν να ήταν ‘Η Πρώτη Κυρία της χώρας’. Μόλις καθήσαμε, έπρεπε εγώ να της διαβάσω τον κατάλογο με τα φαγητά. Το μόνο που ΄έπιαναν΄τα μάτια της ήταν κάτι μεγάλες φιγούρες.

Μόλις έφθασα στη μέση του καταλόγου, σήκωσα το πρόσωπό μου. Η μαμά μου καθόταν στην άλλη άκρη του τραπεζιού και με χάζευε. Ένα νοσταλγικό χαμόγελο πέρασε από τα χείλη της.

‘Εγώ ήμουν αυτή που σου διάβαζε τον κατάλογο, όταν ήσουν μικρός. Θυμάσαι;’

‘Ήρθε η ώρα, λοιπόν, να ξεκουραστείς και να μου επιτρέψεις να σου ανταποδώσω τη χάρη’ απάντησα.

Κατά τη διάρκεια του γεύματος είχαμε μια ευχάριστη συζήτηση, τίποτα το εξαιρετικό, απλά το πώς περνάει ο καθένας μας κάθε μέρα.

Μιλούσαμε για ώρες, που τελικά χάσαμε την ταινία στον κινηματογράφο.

‘Θα βγω μαζί σου την επόμενη φορά, αν μου επιτρέψεις να κάνω εγώ την πρόταση’ μου είπε η μητέρα μου καθώς την επέστρεφα στο σπίτι. Την φίλησα και την αγκάλιασα.

‘Πώς πήγε το ραντεβού’ θέλησε να μάθει η γυναίκα μου μόλις μπήκα στο σπίτι εκείνο το βράδυ.

‘Πολύ όμορφα, σ΄ευχαριστώ. Καλύτερα κι απ΄ό,τι περίμενα.’ της απάντησα.

Μερικές μέρες αργότερα η μητέρα μου ΄έφυγε΄ από ανακοπή της καρδιάς. Όλα συνέβησαν τόσο γρήγορα, δε μπόρεσα να κάνω τίποτα.

Λίγο καιρό μετά, έλαβα έναν φακέλο από το εστιατόριο όπου είχαμε δειπνήσει η μητέρα μου κι εγώ. Μέσα είχε ένα σημείωμα που έγραφε:

‘Το δείπνο είναι προπληρωμένο. Ήμουν σχεδόν βέβαιη πως δεν θα μπορούσα να παρευρεθώ, κι έτσι πλήρωσα για δύο άτομα, για σένα και τη σύζυγό σου. Δεν θα μπορέσεις ποτέ σου να αισθανθείς τι σήμαινε εκείνη η βραδιά για μένα. Σε αγαπώ!’

Εκείνη τη στιγμή συνειδητοποίησα τη σπουδαιότητα του να είχα πει εγκαίρως ‘ΣΕ ΑΓΑΠΩ’.
Συνειδητοποίησα ακόμη τη σπουδαιότητα του να δίνουμε στους αγαπημένους μας το χρόνο που τους αξίζει. Τίποτα στη ζωή δεν είναι και δεν θα είναι πιο σημαντικό από την οικογένεια σου. Αφιέρωσε χρόνο σ΄αυτούς που αγαπάς, γιατί αυτοί δε μπορούν να περιμένουν.

Εάν ζει η μητέρα σου απόλαυσε τη στιγμή.
Εάν δεν ζει, να τη θυμάσαι.

Και να θυμάσαι πάντοτε:

Ο χρόνος ποτέ δε συγχωρεί, ούτε μπορεί να γυρίσει πίσω.